Η οστεοπόρωση, η πάθηση που εξασθενεί τα οστά και τα κάνει πιο ευάλωτα στα κατάγματα, υπολογίζεται πως επηρεάζει περισσότερους από 150 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, σύμφωνα με δημοσιεύματα στην Guardian.
Οι ειδικοί υποστηρίζουν πως η τακτική άσκηση μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καταγμάτων και να βελτιώσει την υγεία του πάσχοντα συνολικά καθώς ενισχύει όχι μόνο τη σωματική, αλλά και την ψυχική υγεία, γι' αυτό είναι σημαντικό τα άτομα με οστεοπόρωση να επωφελούνται από τις ευεργετικές επιπτώσεις της άσκησης. Ωστόσο, είναι λογικό πως στις περιπτώσεις που η οστεοπόρωση έχει επηρεάσει σημαντικά την υγεία των οστών, να δημιουργείται αβεβαιότητα σε ορισμένους ασθενείς για το ποια μπορεί να είναι η κατάλληλη φυσική δραστηριότητα για την περίπτωσή τους.
Σε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσει τη σύγχυση, μια διεπιστημονική ομάδα εμπειρογνωμόνων εξέτασε τα υπάρχοντα δεδομένα και βασίστηκε σε στοιχεία από κλινικές έρευνες για να καταλήξουν σε συμφωνία όσον αφορά στις συστάσεις για τη μεγιστοποίηση της υγείας των οστών, με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση του κινδύνου κατάγματος. Τα ερευνητικά πορίσματα που προέκυψαν εγκρίθηκαν από τη Royal Osteoporosis Society και δημοσιεύτηκαν στο British Journal of Sports Medicine. Τα δυο κυριότερα σημεία συνοψίζονται ως εξής:
- Τα άτομα με οστεοπόρωση θα πρέπει να ενθαρρύνονται να υιοθετήσουν μια ρουτίνα άσκησης που εστιάζει στη μυϊκή ενδυνάμωση δύο έως τρεις ημέρες την εβδομάδα, σε συνδυασμό με μέτριας έντασης δραστηριότητες όπως το τζόκινγκ (τις περισσότερες μέρες).
- Όσοι έχουν υποστεί στο παρελθόν σπονδυλικό κάταγμα ή είναι ηλικιωμένοι, η συμβουλή των ειδικών είναι να συμπεριλάβουν στο πρόγραμμά τους μια άσκηση με χαμηλότερο αντίκτυπο, όπως το γρήγορο περπάτημα για περίπου 20 λεπτά την ημέρα.
Η οστεοπόρωση δεν θα πρέπει λοιπόν να αποτρέπει όσους πάσχουν να καθιερώσουν ωφέλιμες συνήθειες και να απολαμβάνουν μια καλή ποιότητα ζωής. Επειδή όμως κάθε περίπτωση ασθενούς είναι διαφορετική, θα πρέπει να προηγείται πάντα μια επικοινωνία με τους ειδικούς για εξατομικευμένες συμβουλές ανά περίπτωση.
Το ιατρικό ιστορικό, η ύπαρξη ή μη καταγμάτων, οι παράγοντες κινδύνου και η μέτρηση της οστικής πυκνότητας πρέπει πρώτα να συνεκτιμηθούν ώστε να σκιαγραφηθεί το προφίλ κάθε ασθενούς με τα ειδικά χαρακτηριστικά του και, στη συνέχεια, να αποφασιστεί κάθε αλλαγή στις καθημερινές του συνήθειες.
Η ενδοκρινολόγος Ιφιγένεια Παπαποστόλη -Σκλαβούνου μπορεί να απαντήσει στις σχετικές απορίες σας. Επικοινωνήστε μαζί της στα 22960-81970 και 6988640184.
